«Ενημέρωση σχετικά με τη μεταφορά ζημιών σε επόμενα φορολογικά έτη»


Αποτέλεσμα εικόνας για ΒΕΑ

Αποτέλεσμα της μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης που βρίσκεται σε εξέλιξη στη χώρα μας είναι πολλές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα να παρουσιάζουν ζημίες στο τέλος της κάθε χρήσης. Στην συνέχεια θα αναλύσουμε τις διατάξεις του Ν. 4172/2013 που αφορούν τη μεταφορά ζημιών σε επόμενα φορολογικά έτη.

1. Διαδικασία μεταφοράς ζημιών.
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 27 του Ν. 4172/2013, εάν με τον προσδιορισμό των κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα το αποτέλεσμα είναι ζημία εντός του φορολογικού έτους, η ζημία αυτή μεταφέρεται για να συμψηφισθεί με τα επιχειρηματικά κέρδη διαδοχικά στα επόμενα πέντε (5) φορολογικά έτη. Η ζημία του προγενέστερου έτους συμψηφίζεται κατά προτεραιότητα έναντι της ζημίας μεταγενέστερου έτους. Αν μετά την παρέλευση της πενταετίας μένει ακάλυπτο ποσό, αυτό χάνεται.

Επίσης, η ζημιά συμψηφίζεται διαδοχικά με μελλοντικά κέρδη των επόμενων φορολογικών ετών και όχι με κέρδη των προηγούμενων.

Οι διατάξεις περί μεταφοράς ζημιών εφαρμόζονται τόσο για τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα (ατομικές επιχειρήσεις), όσο και για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες που είναι υποκείμενα φόρου του άρθρου 45 του Ν.4172/2013 (ΑΕ, ΕΠΕ, ΟΕ, ΕΕ .κλπ.). Δικαίωμα μεταφοράς της ζημίας στην επόμενη πενταετία έχουν τα αναφερόμενα πιο πάνω πρόσωπα ανεξάρτητα αν τηρούν βιβλία με την απλογραφική ή διπλογραφική μέθοδο.

Οι διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 27 του Ν.4172/2013 περί μεταφοράς ζημιών εφαρμόζονται για φορολογικές ζημιές που προκύπτουν στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 01/01/2014 και μετά. Επομένως, προκειμένου για ζημιές που προέκυψαν σε χρήσεις με έναρξη πριν την 01/01/2014, θα έχουν εφαρμογή οι προϋποθέσεις των διατάξεων εκείνων που ίσχυαν κατά τον χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι υπόψη ζημιές, δηλαδή των άρθρων 4 και 61 του Ν.2238/1994.

Παράδειγμα
Έστω ότι επιχείρηση παρουσιάζει τα παρακάτω στοιχεία:

Φορολογικό Έτος
Κέρδη/Ζημιές σε Ευρώ ανά Έτος
Ζημιές που μεταφέρονται
και αναγνωρίζονται φορολογικά
20Χ0
(-25000)
(-25000)
20Χ1
(-9000)
(-34000)
20Χ2
12000
(-22000)
20Χ3
3000
(-19000)
20Χ4
(-11000)
(-30000)
20Χ5
8000
(-22000)
20Χ6
13000
(-7000)

Κατά το  ορολογικό έτος 20X1, συμψηφίζεται (αθροίζεται) η ζημιά του φορολογικού έτους 20X0 με αυτή του οικείου έτους. Επομένως, προκύπτει ζημιά εις νέο (τρέχουσας χρήσης και παλαιότερων) αναγνωριζόμενη φορολογικά ύψους 34.000 ευρώ.

Κατά το φορολογικό έτος 20Χ2, συμψηφίζονται τα κέρδη του έτους αυτού με το ποσό των ζημιών ύψους 34.000 ευρώ. Επομένως, προκύπτει ζημιά εις νέο (τρέχουσας χρήσης και παλαιότερων) αναγνωριζόμενη φορολογικά ύψους 22.000 ευρώ.
Επισημαίνεται ότι το κέρδος του συγκεκριμένου έτους, συμψηφίζεται με τις ζημιές του φορολογικού έτους 20Χ0 (υπόλοιπο ζημιών έτους 20Χ0 => 25.000-12.000=13.000). Δηλαδή το ποσό των 22.000 ευρώ αποτελείται από 13.000 ευρώ (ζημία 20Χ0) και 9.000 ευρώ (ζημία 20Χ1).

Κατά το φορολογικό έτος 20Χ3, συμψηφίζονται τα κέρδη του έτους αυτού με το ποσό των ζημιών ύψους 22.000 ευρώ. Επομένως, προκύπτει ζημιά εις νέο (τρέχουσας χρήσης και παλαιότερων) αναγνωριζόμενη φορολογικά ύψους 19.000 ευρώ.
Επισημαίνεται ότι το κέρδος του συγκεκριμένου έτους, συμψηφίζεται με τις ζημιές του φορολογικού έτους 20Χ0 (υπόλοιπο ζημιών έτους 20X0 => 25.000-12.000-3.000=10.000). Δηλαδή το ποσό των 19.000 ευρώ αποτελείται από 10.000 ευρώ (ζημία 20Χ0) και 9.000 ευρώ (ζημία 20Χ1).

Κατά το φορολογικό έτος 20Χ4, συμψηφίζονται (αθροίζονται) οι ζημίες του έτους αυτού με το ποσό των ζημιών ύψους 19.000 ευρώ. Επομένως, προκύπτει ζημιά εις νέο (τρέχουσας χρήσης και παλαιότερων) αναγνωριζόμενη φορολογικά ύψους 30.000 ευρώ.

Κατά το φορολογικό έτος 20Χ5, συμψηφίζονται τα κέρδη του έτους αυτού με το ποσό των ζημιών ύψους 30.000 ευρώ. Επομένως, προκύπτει ζημιά εις νέο (τρέχουσας χρήσης και παλαιότερων) αναγνωριζόμενη φορολογικά ύψους 22.000 ευρώ.
Επισημαίνεται ότι το κέρδος του συγκεκριμένου έτους, συμψηφίζεται με τις ζημιές του φορολογικού έτους 20X0 (υπόλοιπο ζημιών έτους 20X0 => 25.000-12.000-3.000-8.000=2.000). Ωστόσο, το υπόλοιπο των ζημιών του έτους 20X0 (2.000) δεν μπορεί να μεταφερθεί και σε επόμενα έτη, αφού το χρονικό όριο των 5 φορολογικών ετών εξαντλείται το έτος 20X5.

Κατά το φορολογικό έτος 20Χ6, συμψηφίζονται τα κέρδη του έτους αυτού με το ποσό των ζημιών ύψους 20.000 ευρώ (22.000 ευρώ συνολική ζημία, αλλά η ζημία 2.000 ευρώ από το έτος 20Χ0 δεν
μπορεί πλέον να συμψηφιστεί). Επομένως, προκύπτει ζημιά εις νέο (τρέχουσας χρήσης και παλαιότερων) αναγνωριζόμενη φορολογικά ύψους 7.000 ευρώ.
Επισημαίνεται ότι το κέρδος του συγκεκριμένου έτους, συμψηφίζεται με το σύνολο των ζημιών του φορολογικού έτους 20Χ1, δηλαδή 9.000 ευρώ, και το υπόλοιπο (4.000 ευρώ) με μέρος των ζημιών του φορολογικού έτους 20Χ4.

2. Αναγραφή της ζημίας στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος επόμενων ετών.
Στην απόφαση με αρ. πρ. 1146889/12-11-2015, η οποία βασίζεται στις διατάξεις του προηγούμενου Κ.Φ.Ε. διευκρινίζεται ότι σύμφωνα με την 1052/2007 εγκύκλιο, η ζημία προηγούμενων ετών δεν απαιτείται να δηλωθεί και με τις δηλώσεις των επόμενων οικονομικών ετών, όταν τα αποτελέσματα αυτών των ετών είναι ζημιογόνα. Προκειμένου η μεταφερόμενη ζημιά παρελθούσης χρήσεως να συμψηφισθεί με τα καθαρά κέρδη των επομένων οικονομικών ετών, πρέπει αυτή να δηλώνεται, δηλαδή να αναγράφεται στην οικεία ένδειξη της δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους στο οποίο μεταφέρεται. Αντίθετα, η μη αναγραφή του δικαιούμενου για μεταφορά ποσού ζημίας στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του επόμενου, από αυτό που προέκυψε, οικονομικού έτους στερεί το φορολογούμενο από το δικαίωμα του συμψηφισμού της ζημίας. Με τα παραπάνω, επιδιώχθηκε η εξάρτηση του υπόψη συμψηφισμού ή της μεταφοράς της ζημίας σε επόμενα οικονομικά έτη, με την κανονική εκπλήρωση και συμμόρφωση των δικαιούχων με τις φορολογικές υποχρεώσεις τους.

Με την 1088/2016 εγκύκλιο διευκρινίζεται ότι για τη μεταφορά της ζημίας στα επόμενα φορολογικά έτη με βάση τον Ν. 4172/2013 δεν τίθενται οι προϋποθέσεις που ίσχυαν με τον προγενέστερο Κ.Φ.Ε. (Ν.2238/1994).Ειδικότερα, δεν απαιτείται η ζημία να έχει αναγραφεί στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος μέχρι το τέλος του οικείου οικονομικού έτους που προέκυψε, αλλά αυτή μπορεί να δηλωθεί οποτεδήποτε, μέσα στην πενταετία, με την υποβολή εκπρόθεσμης αρχικής ή τροποποιητικής δήλωσης με βάση τα οριζόμενα στα άρθρα 18 και 19 του Κ.Φ.Δ. (Ν. 4174/2013), με τις οικείες κάθε φορά κυρώσεις που προβλέπονται από τον Κώδικα αυτόν. Στην περίπτωση αυτή η πενταετία ξεκινά από το επόμενο φορολογικό έτος από αυτό εντός του οποίου προέκυψε η ζημία και όχι από το επόμενο φορολογικό έτος εντός του οποίου υποβλήθηκε η δήλωση φορολογίας εισοδήματος (αρχική ή τροποποιητική).

Ως ζημία, με σκοπό τον συμψηφισμό της στα επόμενα φορολογικά έτη, λαμβάνεται είτε αυτή που εμφανίζεται στα βιβλία της επιχείρησης είτε αυτή που προκύπτει από την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή με βάση δικαστική απόφαση.

Όσον αφορά στα φορολογικά έτη με τα κέρδη των οποίων μεταφέρεται για συμψηφισμό η ζημία, δεν απαιτείται πλέον η μεταφορά αυτή να πραγματοποιείται μέχρι το τέλος του οικείου οικονομικού έτους, όπως ίσχυε με βάση τις προγενέστερες διατάξεις του N.2238/1994.

3. Προσδιορισμός του εισοδήματος με βάση τις αντικειμενικές δαπάνες διαβίωσης και δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων και μεταφορά ζημιών ατομικής επιχείρησης.
Με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 34 του Ν. 4172/2013 ορίζεται ότι, στην περίπτωση προσδιορισμού του εισοδήματος με βάση την ετήσια δαπάνη, η ζημιά του ίδιου φορολογικού έτους από επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς και η ζημιά των προηγούμενων ετών μηδενίζεται και δεν εκπίπτει ούτε μεταφέρεται για συμψηφισμό στα επόμενα φορολογικά έτη. Επομένως, εάν κατά το κρίσιμο φορολογικό έτος, για ένα φορολογούμενο προέκυψε ζημία που προέρχεται από ατομική επιχείρηση και ο φορολογούμενος αυτός έχει πραγματοποιήσει δαπάνες των άρθρων 31 (Αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες) και 32 (Δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων) τότε η ζημιά του φορολογούμενου μηδενίζεται και ο ίδιος φορολογείται με βάση την συνολικές του δαπάνες ενώ η ζημιά δεν μεταφέρεται για συμψηφισμό στα επόμενα έτη.
Αντίθετα, αν ο φορολογούμενος καλύψει το τεκμαρτό του εισόδημα με ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών, οπότε και δεν θα φορολογηθεί με βάση τις δαπάνες, θα μπορέσει να μεταφέρει τη ζημιά του στο επόμενο έτος.

Παράδειγμα

Φορολογούμενος κατά το φορολογικό έτος 20Χ0 παρουσιάζει ζημίες από την άσκηση ατομικής επιχειρηματικής δραστηριότητας 10.000 ευρώ. Δεν αποκτά εισοδήματα άλλης κατηγορίας. Το συγκεκριμένο έτος δεν επιβαρύνεται με δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων ή με αντικειμενικές δαπάνες διαβίωσης (στη δήλωση αναγράφεται ως φιλοξενούμενος, δεν είναι κάτοχος Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου κ.λπ.), παρά μόνο με την ελάχιστη ετήσια αντικειμενική δαπάνη άγαμου 3.000 ευρώ. Κατά το φορολογικό έτος 20Χ1 παρουσιάζει κέρδη από την άσκηση ατομικής επιχειρηματικής δραστηριότητας ύψους 4.000 ευρώ και επιβαρύνεται με την ελάχιστη ετήσια αντικειμενική δαπάνη 3.000 ευρώ.

Επομένως, εφόσον:

Κατά το φορολογικό έτος 20Χ0, ο φορολογούμενος επικαλεστεί ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών ύψους 3.000 ευρώ, δεν φορολογείται για το τεκμαρτό του εισόδημα και μπορεί να μεταφέρει τη ζημία των 10.000 ευρώ για συμψηφισμό στο έτος 20Χ1.

Κατά το φορολογικό έτος 20Χ1, συμψηφίζει τη ζημία με το ποσό των 4.000 ευρώ και το υπόλοιπο της ζημίας ύψους 6.000 ευρώ, μπορεί να το μεταφέρει στο επόμενο φορολογικό έτος (20Χ2), με την προϋπόθεση ότι θα καλυφθεί το τεκμαρτό εισόδημα του συγκεκριμένου φορολογικού έτους (20Χ1) με ανάλωση κεφαλαίου.

Κατά το φορολογικό έτος 20Χ0, ο φορολογούμενος δεν επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών ή η ανάλωση είναι μικρότερη των 3.000 ευρώ, θα φορολογηθεί για το σύνολο ή για το μέρος του τεκμαρτού εισοδήματος που δεν καλύπτεται από την ανάλωση. Στην περίπτωση αυτή η ζημία δεν μπορεί να μεταφερθεί για συμψηφισμό στο έτος 20Χ1.
Εφόσον ο φορολογούμενος με τροποποιητική δήλωση καλύψει την προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων με ανάλωση κεφαλαίου, τότε η δηλωθείσα ζημία μεταφέρεται για συμψηφισμό.

Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος δεν έχει δηλώσει τη μεταφερόμενη ζημία στην επόμενη χρήση κατά την υποβολή της αρχικής δήλωσης, πρέπει λόγω της διαδοχικότητας του συμψηφισμού, να τη δηλώσει εμπρόθεσμα ή εκπρόθεσμα, σε κάθε περίπτωση, με τροποποιητική δήλωση στο επόμενο έτος που αφορά, ανεξαρτήτως εάν υπάρχουν δηλωθέντα κέρδη χρήσης ή ζημία χρήσης σε αυτό το έτος.

Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής με ζημία, ακόμη και μετά τη λήξη του οικείου οικονομικού έτους, η υπόψη ζημία συμψηφίζεται εντός της πενταετίας.

4. Παύση δυνατότητας μεταφοράς ζημιών σε επόμενα έτη
Εάν στη διάρκεια ενός φορολογικού έτους η άμεση ή έμμεση ιδιοκτησία του μετοχικού κεφαλαίου ή τα δικαιώματα ψήφου μιας επιχείρησης μεταβληθούν σε ποσοστό που υπερβαίνει το τριάντα τρία τοις εκατό (33%) της αξίας ή του αριθμού τους, η μεταφορά των ζημιών παύει να έχει εφαρμογή

τις ζημίες που είχε η επιχείρηση αυτή κατά το εν λόγω φορολογικό έτος και τα προηγούμενα πέντε (5) έτη, εκτός αν ο φορολογούμενος αποδείξει ότι η μεταβολή της ιδιοκτησίας έγινε αποκλειστικά για εμπορικούς ή επιχειρηματικούς λόγους και όχι με σκοπό τη φοροαποφυγή ή φοροδιαφυγή.
ΠΗΓΗ: ΒΕΑ 



Share:

«Ενημέρωση σχετικά με τη διακοπή επιχειρηματικής δραστηριότητας με βάση τον πραγματικό χρόνο»

Αποτέλεσμα εικόνας για ΒΕΑ

Η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, εξέδωσε απόφαση με την οποία καθορίστηκαν οι όροι, οι προϋποθέσεις καθώς και η διαδικασία και τα δικαιολογητικά για τη διακοπή εργασιών φορολογουμένων με ημερομηνία διακοπής εργασιών την ημερομηνία του πραγματικού χρόνου παύσης των εργασιών τους.
Ειδικότερα, πρόκειται για δυνατότητα που παρέχεται σε φορολογούμενους ανεξαρτήτως αντικειμένου εργασιών της επιχείρησης τους, οι οποίοι έχουν την πρόθεση να προβούν στη διακοπή της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας με βάση τον πραγματικό χρόνο παύσης των εργασιών τους υπό τις εξής προϋποθέσεις:
α) δεν διαθέτουν αποθέματα, πάγια ή εμπορεύσιμα,
β) δεν έχουν χρηματικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις, όταν πρόκειται για εταιρίες ή λοιπά νομικά πρόσωπα για τα οποία προβλέπεται εκ του νόμου στάδιο εκκαθάρισης,
γ) ειδικά για τα υπόχρεα εγγραφής στο ΓΕΜΗ νομικά πρόσωπα, η ημερομηνία του πραγματικού χρόνου παύσης εργασιών ανάγεται σε ημερομηνία πριν την 15η Φεβρουαρίου 2013.
Οι εν λόγω φορολογούμενοι, μπορούν να υποβάλουν στη Δ.Ο.Υ. της έδρας της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, δήλωση διακοπής εργασιών εντός 30 ημερών από την ημερομηνία του πραγματικού χρόνου παύσης των εργασιών τους. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης, θα επιβάλλεται πρόστιμο 100 ευρώ και η διαδικασία διακοπής εργασιών θα προχωρά σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση.

H διαδικασία και τα δικαιολογητικά που αφορούν στη διακοπή της επιχειρηματικής δραστηριότητας των ατομικών επιχειρήσεων, έχει ως ακολούθως:

Ο ενδιαφερόμενος, είτε με φυσική παρουσία, είτε από εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο στο τμήμα Μητρώου της Δ.Ο.Υ. όπου υπάγεται, συμπληρώνει το έντυπο Μ4 με προσωπικά στοιχεία και με την αιτία της διακοπής.

Για να είναι εμπρόθεσμη η δήλωση διακοπής εργασιών, η ημερομηνία διακοπής δεν θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη των 30 ημερών από την ημέρα υποβολής της δήλωσης διακοπής στη Δ.Ο.Υ. Το Τμήμα Μητρώου όπου κατατίθεται το έντυπο Μ4, ελέγχει τα στοιχεία και δίνει στον φορολογούμενο ένα έντυπο με το οποίο θα περάσει από άλλα τμήματα της εφορίας για να συγκεντρώσει τις απαραίτητες υπογραφές. Τελευταίο θα είναι το τμήμα του πρώην Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, όπου ο ενδιαφερόμενος, αν έχει θεωρημένο δελτίο ή τιμολόγιο, έστω και πλήρως χρησιμοποιημένο, θα πρέπει να συμπληρώσει το έντυπο Β1.

Ανάμεσα στα τμήματα της Δ.Ο.Υ. είναι πιθανόν να περιλαμβάνεται και το Τμήμα Ελέγχου, όπου μπορεί να ζητηθεί από τον φορολογούμενο να συμπληρώσει υπεύθυνη δήλωση, ότι η επιχείρηση του δεν διαθέτει πάγια στοιχεία και επαγγελματικό αυτοκίνητο. Μετά την συγκέντρωση των υπογραφών, ο φορολογούμενος ή ο εκπρόσωπός του επιστρέφουν στο Τμήμα Μητρώου και λαμβάνουν τη βεβαίωση Διακοπής.

Αν η ατομική επιχείρηση χρησιμοποιούσε ταμειακή μηχανή, απαιτείται ανάκτηση της μνήμης της από τεχνικό της εταιρείας που την έχει προμηθεύσει στον ενδιαφερόμενο, και να δηλωθεί διακοπή της στο TAXIS. Πιθανό είναι να ζητηθεί από το Τμήμα Ελέγχου της Δ.Ο.Υ. και το σχετικό παραστατικό, με αυτοπαράδοση.
 ΠΗΓΗ : ΒΕΑ 


Share:

«Διευκρινίσεις σχετικά με το πρόστιμο Φ.Π.Α. στις περιπτώσεις μη έκδοσης αποδείξεων και ειδικά στην περίπτωση υποτροπής».


 Αποτέλεσμα εικόνας για ΒΕΑ
Διευκρινίσεις αναφορικά με την επιβολή προστίμων για παραβάσεις ΦΠΑ του άρθρου 58Α του ν.4174/2013, όπως τροποποιήθηκε με το ν.4410/2016, και ειδικά στις περιπτώσεις υποτροπής, δίνει η Γ.Γ.Δ.Ε. με νέα εγκύκλιό της.
Συγκεκριμένα:
Οι διατάξεις του άρθρου 51 (επιβολή προστίμου) του ν. 4410/2016, εφαρμόζονται στις περιπτώσεις διάπραξης και διαπίστωσης της παράβασης μη έκδοσης ή έκδοσης ή λήψης ανακριβούς φορολογικού στοιχείου από τον έλεγχο, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου, δηλαδή από τις 25-7-2016 και σε καμία περίπτωση δεν εφαρμόζονται σε παραβάσεις που ο χρόνος διάπραξής τους είναι προγενέστερος της ημερομηνίας αυτής και διαπιστώνονται σε μεταγενέστερο χρόνο.
Παράδειγμα:
Σε φορολογικό έλεγχο που πραγματοποιείται στις 2-9-2016 διαπιστώνεται ότι υποκείμενος, που τηρεί απλογραφικό λογιστικό σύστημα, δεν έχει εκδώσει ως όφειλε στις 20-4-2016 φορολογικό στοιχείο αξίας 100 ευρώ με πόσο ΦΠΑ 23 ευρώ. Το πρόστιμο επιβάλλεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις κατά το χρόνο διάπραξης της παράβασης και είναι 11,5 ευρώ ( 50% Χ 23 ευρώ).
Εφαρμογή των διατάξεων της παρ.1 του αρ. 58Α σχετικά με την επιβολή προστίμων στις περιπτώσεις διαπίστωσης σε νέο έλεγχο διάπραξης εκ νέου της ίδιας παράβασης (υποτροπή).
Δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 1 του άρθρου 58 Α ΚΦΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 51 του ν.4410/2016, δηλαδή διάπραξη της ίδιας παράβασης (υποτροπή) στην περίπτωση που έλεγχος που πραγματοποιείται σε υποκείμενο μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του ν. 4410/2016, (μετά τις 25-7-2016) διαπιστώσει την διάπραξη παράβασης μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου ή έκδοσης ή λήψης ανακριβούς στοιχειού για πράξη που επιβαρύνεται με ΦΠΑ, όταν στον ίδιο υποκείμενο σε προγενέστερο έλεγχο (πριν την 25-7-2016) είχε διαπιστωθεί η διάπραξη παράβασης μη έκδοσης ή έκδοσης ή λήψης ανακριβούς φορολογικού στοιχείου. Με άλλα λόγια ως πρώτη παράβαση για την εφαρμογή των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 1 λαμβάνεται η διαπραχθείσα μετά τις 25-7-2016.
Επισημαίνεται ότι, στην περίπτωση αυτή το πρόστιμο που επιβάλλεται είναι ίσο με το 50% επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο, ή επί της διαφοράς αντίστοιχα στην περίπτωση ανακριβούς στοιχείου, το οποίο πρόστιμο δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των πεντακοσίων (500) ευρώ σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος και σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλεται πρόστιμο το 100% του φόρου ή 500 ευρώ ή 1000 ευρώ κατά περίπτωση.
Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω παρατίθενται τα κάτωθι παραδείγματα:
1. Έλεγχος που πραγματοποιείται στις 15-9-2016 σε υποκείμενο που τηρεί απλογραφικό λογιστικό σύστημα διαπιστώνει τη μη έκδοση φορολογικού στοιχείου αξίας ΦΠΑ 200 ευρώ. Στον ίδιο υποκείμενο στις 26-7-2016 από άλλο έλεγχο είχε επιβληθεί πρόστιμο 250 ευρώ για έκδοση ανακριβούς φορολογικού στοιχείου (ίδια παράβαση). Στην περίπτωση αυτή θα επιβληθεί πρόστιμο 500 ευρώ λόγω επανάληψης εντός πενταετίας της ίδιας παράβασης που διαπιστώθηκε από διαφορετικούς φορολογικούς ελέγχους και δεδομένου ότι το 100% της αξίας του φόρου που προκύπτει είναι κατώτερο του ελάχιστα οριζόμενου ποσού προστίμου σε υποκείμενο με απλογραφικό σύστημα : 100% Χ 200=200<500 ευρώ.
2. Έλεγχος που πραγματοποιείται στις 5-8-2016 σε υποκείμενο που τηρεί απλογραφικό λογιστικό σύστημα διαπιστώνει τη μη έκδοση στοιχείου αξίας ΦΠΑ 200 ευρώ. Στη συνέχεια κατά την έκδοση της πράξης επιβολής προστίμου διαπιστώνεται ότι προγενέστερος έλεγχος που είχε πραγματοποιηθεί στις 30-12-2014 στον ίδιο υποκείμενο είχε επιβάλει, λόγω μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου, πρόστιμο 250 ευρώ σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις. Το πρόστιμο που θα επιβληθεί κατόπιν του μεταγενέστερου ελέγχου (στις 5-8-2016) είναι 250 ευρώ δεδομένου ότι ο υποκείμενος έχει διαπράξει παράβαση μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου και το 50% της αξίας του φόρου που προκύπτει είναι κατώτερο του ελάχιστα οριζόμενου ποσού προστίμου: 50% Χ 200=100 < 250 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή δεν θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί επανάληψη της ίδιας παράβασης βάσει των δύο διαφορετικών ελέγχων.
3. Έλεγχος που πραγματοποιείται στις 30-8-2016 σε υποκείμενο που τηρεί διπλογραφικό λογιστικό σύστημα διαπιστώνει παράβαση μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου αξίας ΦΠΑ 200 ευρώ. Στη συνέχεια κατά την έκδοση της πράξης επιβολής προστίμου διαπιστώνεται ότι προγενέστερος έλεγχος που πραγματοποιήθηκε στις 15-6-2016 είχε επιβάλει στον ίδιο υποκείμενο για παράβαση μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου αξίας ΦΠΑ 60 ευρώ, πρόστιμο ίσο με το 50% της αξίας του ΦΠΑ δηλαδή ι 30 ευρώ σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις (ν  4337/2015).
Στην περίπτωση αυτή δεν συντρέχει επανάληψη της ίδιας παράβασης καθώς η διάπραξη της πρώτης, έλαβε χώρα πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4410/2016. Το πρόστιμο που θα επιβληθεί κατόπιν του μεταγενέστερου ελέγχου (στις 30-8-2016) είναι 500 ευρώ, διότι το 50% του φόρου που προκύπτει είναι κατώτερο του ελάχιστα οριζόμενου ορίου σε υποκείμενο με διπλογραφικό σύστημα : 50% X 200= 100< 500 ευρώ.
ΠΗΓΗ: ΒΕΑ 


Share:

«Διευκρινίσεις για τον τρόπο απονομής σύνταξης σε διαδοχική ασφάλιση»

Αποτέλεσμα εικόνας για ΒΕΑ

Διευκρινίσεις για τον τρόπο απονομής σύνταξης για περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης παρέχει εγκύκλιος του υπουργείου Εργασίας. Όπως επισημαίνεται στην εγκύκλιο, η σύνταξη απονέμεται από τον τελευταίο φορέα στον οποίο ο αιτών τη σύνταξη ήταν ασφαλισμένος κατά την τελευταία χρονική περίοδο της απασχόλησής του.
Προϋπόθεση είναι να έχουν πραγματοποιηθεί 1.500 ή 1.000 ημέρες εργασίας στην ασφάλισή του, εκ των οποίων, όμως, 500 ή 300 ημέρες εργασίας, αντίστοιχα, κατά την τελευταία πενταετία, πριν από τη διακοπή της απασχόλησης ή την υποβολή της αίτησης για την κρίση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, λόγω γήρατος.
Στην εγκύκλιο αναφέρεται, επίσης, σχετική γνωμοδότηση (408/1995) του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με την οποία οι 1.500 ημέρες εργασίας, οι οποίες, επί διαδοχικής ασφάλισης, απαιτούνται να έχουν διανυθεί στην ασφάλιση του τελευταίου Οργανισμού, πριν τη διακοπή της απασχόλησης ή υποβολή της αίτησης, ώστε να καταστεί αυτός αρμόδιος για τη χορήγηση της σύνταξης, πρέπει να είναι ημέρες πραγματικής εργασίας, μη υπολογιζόμενου του πλασματικού χρόνου ασφάλισης, όπως εν προκειμένω ο χρόνος ανεργίας, επειδή απαιτείται ενεργός ασφαλιστικός δεσμός καθ' όλο το χρονικό διάστημα των 1.500 ημερών ασφάλισης με το συγκεκριμένο ασφαλιστικό Οργανισμό.
Σύμφωνα με την εγκύκλιο, εξαίρεση αποτελεί η στρατιωτική υπηρεσία, η οποία λαμβάνεται υπόψη μόνο για τη συμπλήρωση των 1.500 ή 1.000 ημερών ασφάλισης, καθώς και για τις 300 ημέρες ασφάλισης, στις περιπτώσεις αναπηρίας ή θανάτου, μόνο αν συμπίπτουν χρονικά με τις 1.000 ημέρες ασφάλισης.
Τονίζεται ότι, κατά το σκεπτικό της προαναφερόμενης σχετικής γνωμοδοτήσεως του Ν.Σ.Κ., ο αναφερόμενος διαχρονικά, στις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης, χρόνος ασφάλισης (1.500 ή 1.000 ημέρες) αναφέρεται ως ημέρες εργασίας, δηλαδή πραγματικής παρασχεθείσας εργασίας, όπου απαιτείται ενεργός ασφαλιστικός δεσμός και όχι χρόνος πλασματικής ασφάλισης οποιασδήποτε μορφής. Ως προς τη στρατιωτική υπηρεσία, λαμβανομένου υπόψη της παρεχόμενης υπηρεσίας άνευ αμοιβής από τους πολίτες (ν. 2054/52), όπου προβλέπεται ότι


ο χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, μπορεί να υπολογισθούν μόνο για τη συμπλήρωση των 1.500 ή 1.000 ημερών συνολικής εργασίας (ασφάλισης) αντίστοιχα που απαιτούνται για την ύπαρξη αρμοδιότητας στον τελευταίο φορέα ασφάλισης.
ΠΗΓΉ : ΒΕΑ 
Share: